Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Ça fait déjà six ans

Έφτασαν πάλι αυτές οι μέρες του χρόνου. Αυτές τις μέρες που έχουν γίνει μελαγχολικές, κατατονικές. Μετράμε δύο χρόνια. Δύο χρόνια μακριά. Ίσως για τελευταία φορά. Γιατί όλα περιστρέφονται πλέον γύρω από σένα. Εσένα που με έχεις χαλάσει, «με έχεις ξεκάνει». Ακούω το ίδιο τραγούδι χωρίς σταματημό εδώ και μέρες. Το τραγούδι που άκουσα για πρώτη φορά από τον αδερφό σου σε εκείνη την ταβέρνα. Ήταν χαράματα. Ήθελα να φύγουμε, να πάμε σπίτι, να κοιμηθούμε αγκαλιά. Από τους πρώτους στίχους μου προκάλεσε ενδιαφέρον. Καθώς το τραγούδι προχωρούσε, ταυτιζόμουν ολοένα και πιο πολύ. Ίσως και να είχαμε τσακωθεί πιο πριν. Οι τσακωμοί είχαν γίνει η συνήθεια του καλοκαιριού. Κάπου στη μέση ευχόμουνα να ήμουν κάπου μόνη μου και να το άκουγα. Με το ζόρι συγκρατούσα τα δάκρυα. Προς το τέλος, αποφάσισα να μπλοκάρω τον κόσμο και να το απολαύσω. Έστω και για λίγο. Οι στίχοι ήταν πανέμορφοι και απλά δεν ήθελα να τελειώσει. Πέντε όμορφα λεπτά πέρασαν και ήταν μόνο δευτερόλεπτα. Θυμάμαι ακριβώς που καθόμασταν, σχεδόν όλοι, τον αδερφό σου στη σκηνή με την κιθάρα, εσένα και τους υπόλοιπους στο τραπέζι να βλέπετε τους στίχους από το κινητό και να τραγουδάτε, εμένα.

Λίγες μέρες μετά, ίσως βέβαια να ήταν και δύο μήνες, το άκουσα για τελευταία φορά. Δεν ήταν όμως στην ταβέρνα, αλλά στο όμορφο μπαράκι στην πρωτεύουσα. Πάλι από τον αδερφό σου που το λέει τόσο όμορφα. Ήμασταν μεγάλη παρέα και περνούσαμε καλά. Όταν ξεκινούσε το τραγούδι, γύρισες με είδες και μου έγνεψες ότι αρχίζει. Είχες πλέον καταλάβει ότι αυτό το τραγούδι με αγγίζει πολύ (ίσως πιο πολύ απ’ όσο θα ‘πρεπε). Εκείνη την ώρα λοιπόν, μιλούσα με αυτόν που καθόταν δίπλα μου. Η συζήτηση δεν ήταν σοβαρή, ήταν ότι να ‘ναι. Σταμάτησα να συμμετέχω λέγοντας πως μετά το τέλος του τραγουδιού θα είμαι και πάλι διαθέσιμη. Έβλεπα μελλοντικές εικόνες, εικόνες άλλων από το παρελθόν τους. Οι άλλοι που πέρασαν άσχημες μέρες, κυνηγημένοι από λάθη που έκαναν. Γιατί υπάρχουν κανόνες τους οποίους αγνόησαν και ακολούθησαν το συναίσθημα της στιγμής. Όταν ξέρεις τα λάθη των άλλων, όταν ξέρεις πόσο αυτά μπορούν να πληγώσουν, νιώθεις μια συμπάθεια. Στο «θύτη», στη «λεία», και στους δύο; Δεν ξέρω. Συμπάθεια στην αγνόηση των κανόνων που έφεραν τις άσχημες μέρες. Ίσως.

Η μέρα πλησιάζει επικίνδυνα γρήγορα και οι άμυνες είναι ακόμη απροετοίμαστες. Ξέρω πως δεν πρόκειται να ‘ρθεις κι όμως επιμένω να ελπίζω. Αρνούμαι να αφήσω το ενδεχόμενο να φύγει μακριά. Αυτό θέλω. Τη μέρα αυτή να είσαι εδώ. Σε μένα. Όχι αλλού. Γιατί ρε γαμώτο μπορεί να μην είναι και κάτι ιδιαίτερο αλλά μια μικρή σημασία την έχει. Τουλάχιστον για μένα. Δεν θέλω πάρτι, κλαμπ, ποτά κι όλα αυτά. Με έχουν κουράσει, με έχουν αηδιάσει. Θέλω ηρεμία, άνεση. Κάτι χαλαρό και γλυκό. Από σένα όμως, μόνο από σένα.

Θα έρθει η μέρα. Θα την περάσω μόνη μου (αν με αφήσουν), θα κλάψω, θα καταλάβω επιτέλους ότι η λογική νίκησε για ακόμη μια φορά. Θα χαθώ στον κόσμο που χάνομαι κάθε φορά, θα περάσει και θα γίνει πλέον μια ανάμνηση.


Μοναχικά γενέθλια στη Γαλλία. 

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Η αρχή του τέλους

Εβδομάδα τέσσερα.
Αλήθεια μου πήρε τέσσερις βδομάδες; 

Επιστροφή. Ένα καλοκαίρι περίεργο το οποίο με ανάγκασε να κάνω πράγματα για πρώτη φορά. Ένα καλοκαίρι που αντικατόπτρισε για πρώτη φορά το πως θα μπορούσε να είναι η μονιμότητα. Μαύρισα πολύ για πρώτη φορά, ένιωσα τόσο κοντά στο θάνατο, κατάφερα να εξοικειωθώ (σχεδόν) με τα νοσοκομεία. Πραγματικά ένα περίεργο καλοκαίρι.
Και ξαφνικά, ήρθε η μέρα που θα επιβιβαζόμουν στο αεροπλάνο. Ξανά. Έγιναν όλα τόσο μηχανικά, λες και αυτό κάνω από μικρή. Άσχημο πράγμα η συνήθεια. Κάποτε όταν έμπαινα στο αεροπλάνο προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου και να κρατήσω τον πανικό μακριά. Πάνε αυτά.
Όταν δε έφτασα «σπίτι» ήταν σαν να μην έφυγα ποτέ. Λες και οι τρεις μήνες που ήμουν μακριά ήταν απλά ένα όνειρο που έπρεπε να τελειώσει. Όλα είναι τα ίδια. Η ίδια θέα από το παράθυρο, ο ίδιος αδιάφορος κόσμος στο δρόμο, το ίδιο σπίτι. Εκτός από την καινούργια τζελατερία με σπιτικό ιταλικό παγωτό και τις αλλαγές στο ρόστερ του μάστερ, τα υπόλοιπα έμειναν στο περίπου στάσιμα.
Λίγοι μήνες μείνανε. Τέσσερις κατ’ ακρίβεια. Όταν σκέφτομαι ότι φτάνει το τέλος νιώθω νοσταλγία. Νοσταλγία για τα χρόνια που πέρασα εδώ, για όλα αυτά που έμαθα, ένιωσα κι έπαθα. Όλα όσα μετέτρεψαν το φοβισμένο δεκαεφτάχρονο σε ένα ενήλικα που έχει τα εφόδια και τις πιθανότητες να γίνει μια καλή επαγγελματίας. Γιατί δουλειά υπάρχει.